Ἀτρείδας

Ἀτρείδας
Ἀτρείδας
1 son of Atreus θάνεν μὲν αὐτὸς ἥρως ᾰτρεδας ἵκων χρόνῳ κλυταῖς ἐν Ἀμύκλαις sc. Agamemnon P. 11.31 pl., Agamemnon and Menelaos.

τοῦ παῖς ἅμ' ̆ατρείδαις Τεύθραντος πεδίον μολὼν O. 9.70

τοὶ καὶ σὺν μάχαις δὶς πόλιν Τρώων πράθον, ἑσπόμενοι Ἡρακλῆι πρότερον καὶ σὺν Ἀτρεδαις I. 5.38

γεφύρωσέ τ' Ἀτρεδαισι νόστον (Benedictus: ἀτρεάδαισι codd.) I. 8.51

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Ἀτρείδας — Ἀτρεΐδᾱς , Ἀτρείδης son of Atreus masc acc pl Ἀτρεΐδᾱς , Ἀτρείδης son of Atreus masc nom sg (epic doric aeolic) Ἀτρείδᾱς , Ἀτρείδης son of Atreus masc acc pl Ἀτρείδᾱς , Ἀτρείδης son of Atreus masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λέγω — και λέω (AM λέγω, Μ και λέω) 1. εκφράζομαι με τον προφορικό λόγο, ομιλώ, λαλώ (α. «ο καθένας είπε τις απόψεις του» β. «λεγέτω μὲν οὖν περὶ αὐτοῡ ὡς ἕκαστος γιγνώσκει», Θουκ. γ. «ἔλεξαν ὑπὲρ τῶν στρατηγῶν τάδε», Ξεν.) 2. φρονώ, νομίζω (α. «τί λες… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”